ΤΟΥΡΚΙΑ

Ξεκινήσαμε με τον Άλεξ γεμάτοι όρεξη για χιλιόμετρα. Πήραμε το καράβι για τη Χίο και από εκεί περάσαμε απέναντι με τον κλασικό «σκυλοπνίχτη», έτοιμοι να ξαναανακαλύψουμε την Τουρκία μετά από χρόνια. Ήταν η δεύτερη φορά που κάναμε αυτό το ταξίδι και, όπως και την πρώτη έγινε πάνω στις δύο ρόδες!

Μόλις πατήσαμε το πόδι μας στην άλλη πλευρά και αφήσαμε πίσω μας τα παράλια, οι δρόμοι της Τουρκίας μάς υποδέχτηκαν με το κλασικό, χιουμοριστικό σκηνικό της επαρχίας: ένα ομοίωμα περιπολικού της Jandarma και έναν χάρτινο αστυνομικό στην άκρη του δρόμου! Ήταν η τέλεια αφορμή για μια γρήγορη αναμνηστική φωτογραφία, πριν βάλουμε πλώρη για τα βάθη της Φρυγίας.

Η διαδρομή μάς έφερε σε μερικά από τα πιο υποβλητικά, αρχαία μνημεία της χώρας. Φτάνοντας στο εντυπωσιακό Gerdekkaya, έναν λαξευμένο ελληνιστικό βράχο-τάφο που μοιάζει με κρυμμένο ναό μέσα στο άγριο τοπίο.

Στήσαμε τις σκηνές μας εκεί για να απολαύσουμε το ηλιοβασίλεμα και το τοπίο.

Η εξερεύνηση συνεχίστηκε την επόμενη μέρα βαθιά μέσα στις σπηλιές και στα λαξευμένα βράχια της περιοχής, εκεί που το φως του ήλιου τρυπάει το σκοτάδι των αρχαίων καταφυγίων. Το highlight όμως της ιστορικής μας αναζήτησης ήταν το περίφημο Yazılıkaya (το Μνημείο του Μίδα).

Σταθήκαμε με δέος μπροστά στον τεράστιο, επιβλητικό βράχο με τα γεωμετρικά σκαλίσματα και τις αρχαίες φρυγικές επιγραφές που στέκουν ανέπαφες στο πέρασμα των αιώνων.

Ένα τέτοιο road trip, βέβαια, δεν είναι ολοκληρωμένο χωρίς τις αναπάντεχες συναντήσεις. Σε ένα από τα χωριά, ο Άλεξ έκανε έναν νέο, τετράποδο φίλο: έναν πανέμορφο, φουντωτό σκύλο (έναν επιβλητικό ποιμενικό της Ανατολίας) που ήρθε να μας προϋπαντήσει ανάμεσα στις μηχανές και στα μπαγκάζια μας.

Στις στάσεις για βενζίνη οι μηχανές μας συνυπήρχαν στο ίδιο κάδρο με ένα παραδοσιακό κάρο που το έσερνε ένα άλογο στο βάθος – η απόλυτη αποτύπωση της επαρχιακής Τουρκίας, όπου το παρελθόν και το παρόν κινούνται παράλληλα.

Μετά από μια στάση για φωτογραφία μπροστά από ένα κομψό, επαρχιακό τζαμί με τους χαρακτηριστικούς δίδυμους, γαλάζιους μιναρέδες,

ο δρόμος μάς οδήγησε σε ένα τοπίο που έμοιαζε με άλλον πλανήτη: τη Λίμνη Τουζ (Tuz Gölü)

Εκεί, το σκηνικό άλλαξε δραματικά. Αφήσαμε τις μηχανές στην άκρη και περπατήσαμε πάνω στο απέραντο, κατάλευκο στρώμα αλατιού κάτω από έναν πεντακάθαρο, γαλάζιο ουρανό. Οι σκιές μας μάκραιναν πάνω στο απόλυτο λευκό, δημιουργώντας μερικά από τα πιο δυνατά και μινιμαλιστικά κάδρα ολόκληρου του ταξιδιού. Ήταν το ιδανικό σημείο για να πάρουμε μια ανάσα, να κοιτάξουμε τον ορίζοντα και να συνειδητοποιήσουμε πόσο μακριά μάς είχαν φέρει ήδη οι δύο τροχοί…


Αφήσαμε πίσω μας τη λίμνη αλατιού και βάλαμε πλώρη για την Καππαδοκία. Στήσαμε τη σκηνή μας ελεύθερα σε ένα ύψωμα, με τις μηχανές παρκαρισμένες ακριβώς δίπλα. Το επόμενο πρωί, το ξυπνητήρι μας ήταν το αθόρυβο φύσημα των καυστήρων. Ανοίγοντας το φερμουάρ της σκηνής, αντικρίσαμε δεκάδες πολύχρωμα αερόστατα να γεμίζουν τον ορίζοντα κάτω από το πρώτο φως του ήλιου. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που απλά κάθεσαι, κοιτάζεις και δεν πιστεύεις στα μάτια σου.

Λίγο μετά, με τον ήλιο να έχει ανέβει, βγάλαμε τις μηχανές στα χρυσαφένια λιβάδια της περιοχής για μερικά μοναδικά κάδρα με φόντο τον στολισμένο ουρανό.

Η πυξίδα μας έδειχνε πλέον ανατολικά, προς τα πιο άγρια και αυθεντικά τοπία της Ανατολίας. Κάναμε μια στάση στο εντυπωσιακό Φαράγγι Şuğul (Şuğul Vadisi) Περπατήσαμε στο ξύλινο μονοπάτι που είναι γαντζωμένο πάνω στους κάθετους, θεόρατους βράχους, ακούγοντας το ποτάμι να κυλάει με ορμή ακριβώς από κάτω μας.

Αφού διανυκτερεύσαμε εκεί, συνεχίζοντας τη διαδρομή, φτάσαμε στο Μεγάλο Τζαμί του Ντιβριγί (Divriği Great Mosque)

Ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO που κόβει την ανάσα. Σταθήκαμε μπροστά στην κεντρική του πύλη, χαζεύοντας τις απίστευτες, ανάγλυφες λεπτομέρειες στην πέτρα που μοιάζουν με κέντημα. Περάσαμε και στο εσωτερικό του, όπου η απόλυτη ηρεμία και η επιβλητική αρχιτεκτονική με τις μεγάλες αψίδες μάς έκαναν να νιώσουμε απειροελάχιστοι.

Αν υπήρχε ένας λόγος που θέλαμε να κάνουμε αυτό το ταξίδι ξανά με τις μηχανές, αυτός ήταν ο περίφημος Πέτρινος Δρόμος του Κεμαλιγιέ (Kemaliyελίler Taş Yolu). Ένας από τους πιο επικίνδυνους και συναρπαστικούς δρόμους στον κόσμο, σκαμμένος εξ ολοκλήρου μέσα στα κάθετα βράχια του Dark Canyon (Karanlık Kanyon). Σταματήσαμε για την κλασική φωτογραφία στην είσοδο του σκοτεινού τούνελ, με τις πινακίδες να προειδοποιούν για το χαμηλό ύψος και τη στενότητα του δρόμου. Η οδήγηση εκεί μέσα, ανάμεσα στο γυμνό βράχο και το γκρεμό, ήταν καθαρή αδρεναλίνη!

Η κατασκευή του ξεκίνησε από τους ντόπιους το 1870 και χρειάστηκαν 132 χρόνια για να ολοκληρωθεί, συνδέοντας την απομονωμένη περιοχή με τον έξω κόσμο. Σήμερα, με τα 38 στενά τούνελ του και τους γκρεμούς εκατοντάδων μέτρων πάνω από τον Ευφράτη, αποτελεί κορυφαίο προορισμό για λάτρεις της περιπέτειας. Με το άκουσμα του ποταμού Ευφράτη, θυμηθήκαμε την ιστορία στα βιβλία του δημοτικού και τις κατακτήσεις του μεγάλου Αλεξάνδρου.

Σε μια από τις στάσεις μας στην άκρη του δρόμου, κάναμε και έναν νέο φίλο από την Ιταλία. Με ποδήλατο αυτός με κατεύθυνση Μογγολία!

Σε μια από τις στάσεις μας στην άκρη του δρόμου, είχαμε και μια αναπάντεχη συνάντηση. Ένα μικρό, περίεργο ζωάκι της περιοχής (ένας σκίουρος του εδάφους ή τυφλοπόντικας) βγήκε από το πουθενά. Δείχνοντας εμπιστοσύνη, πλησίασε τόσο κοντά που καταφέραμε να το ταΐσουμε στο χέρι, χαρίζοντάς μας μια από τις πιο γλυκές στιγμές του ταξιδιού.

Το ταξίδι μας βρήκε τελικά εκεί που ανήκουμε: ψηλά στα βουνά. Ανεβήκαμε με τις μηχανές σε ένα άγριο, χωμάτινο πέρασμα της οροσειράς του Ταύρου, περιτριγυρισμένοι από επιβλητικές βουνοκορφές που κρατούσαν ακόμα λευκά σημάδια από χιόνι. Στήσαμε τα μηχανάκια για μια, θριαμβευτική φωτογραφία. Σκορπισμένοι, γεμάτοι σκόνη αλλά με τα μεγαλύτερα χαμόγελα, ξέραμε ότι αυτή η δεύτερη φορά στην Τουρκία είχε γράψει ήδη τη δική της, ξεχωριστή ιστορία.

Η ανάβαση στα βουνά μάς επιφύλασσε την πιο δυνατή αποκάλυψη του ταξιδιού. Οδηγώντας μέσα από δύσβατα, ορεινά περάσματα στην καρδιά των βουνών Μπολκάρ, φτάσαμε στην εντυπωσιακή Λίμνη Καραγκιόλ (Karagöl).

Ένα αλπικό τοπίο που έκοβε την ανάσα, με τα καταπράσινα λιβάδια γεμάτα κίτρινα αγριολούλουδα να αγκαλιάζουν τα κρυστάλλινα νερά, ενώ οι επιβλητικές, γυμνές βουνοκορφές καθρεφτίζονταν στην επιφάνειά της.

Αυτή τη φορά δεν υπήρχε βιασύνη. Στήσαμε τη σκηνή μας ακριβώς δίπλα στο νερό, απολαμβάνοντας την απόλυτη απομόνωση. Κάθισα σε έναν βράχο στην όχθη, κοιτάζοντας την απέραντη ηρεμία του τοπίου, ενώ λίγο πιο δίπλα, ένα καθαρό ρυάκι κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες.

Το βράδυ μάς βρήκε να μαγειρεύουμε στην ύπαιθρο, και να απολαμβάνουμε το φαγητό καθώς ο ήλιος έπεφτε σιγά-σιγά πίσω από τις κορυφές. Το να ξυπνάς σε ένα τέτοιο σημείο, με τη δροσιά του βουνού και το τοπίο ανέγγιχτο από τον πολιτισμό, ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή για τις ώρες που φάγαμε στον δρόμο.

Όταν ήρθε η ώρα να αφήσουμε τη λίμνη, οι χωματόδρομοι των Ταύρων μάς περίμεναν. Ανεβασμένοι στις μηχανές, να αντέχουν κάθε κακοτοπιά, σταματήσαμε στη μέση του πουθενά, ανάμεσα σε δύο τεράστιες βουνοπλαγιές, για μια αυθόρμητη φωτογραφία γεμάτη ενέργεια. Ο δρόμος μπροστά μας ατελείωτος, η σκόνη μόνιμος σύντροφος, αλλά η αίσθηση της ελευθερίας δεν παιζόταν.

Μετά από ώρες οδήγησης κάτω από τον καυτό ήλιο και με τη σκόνη να έχει κολλήσει πάνω μας, μια τυχαία στάση στην άκρη του δρόμου αποδείχτηκε σωτήρια. Βρήκαμε μια παραδοσιακή, αυτοσχέδια βρύση με τρεχούμενο, παγωμένο νερό κάτω από τη σκιά των δέντρων. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλα το μπουφάν και έπεσα με τα μούτρα στο νιπτήρα για να πλυθώ και να δροσιστώ. Ήταν μια από εκείνες τις μικρές, αυθεντικές στιγμές του road trip που δεν σχεδιάζεις ποτέ, αλλά σου δίνουν την ενέργεια να συνεχίσεις για τα επόμενα εκατοντάδες χιλιόμετρα.

Αφήνοντας πίσω μας την παγωμένη αύρα της Καραγκιόλ και την άγρια ομορφιά της Ανατολίας, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Οι μηχανές, φορτωμένες με αναμνήσεις, σκόνη και χιλιάδες χιλιόμετρα, κατάπιαν την άσφαλτο της δυτικής Τουρκίας μέχρι που η μυρωδιά του βουνού αντικαταστάθηκε ξανά από την αλμύρα του Αιγαίου.

Φτάσαμε στα παράλια και επιβιβαστήκαμε στο γνώριμο λιμάνι. Το πέρασμα με τον «σκυλοπνίχτη» πίσω στη Χίο είχε πλέον άλλη γεύση· δεν ήταν η αρχή μιας αναμονής, αλλά ο επίλογος μιας γεμάτης περιπέτειας. Καθώς το καράβι έσκιζε τα κύματα με προορισμό τον Πειραιά και την Αθήνα, εγώ και ο Άλεξ κοιτάζαμε τις φωτογραφίες στο κινητό, γελάγαμε με τις αναποδιές και τις τυχαίες συναντήσεις, και σχεδιάζαμε ήδη το επόμενο road trip. Η δεύτερη φορά στην Τουρκία μάς απέδειξε ότι, όσο και να αλλάζουν τα χρόνια, η ελευθερία των δύο τροχών παραμένει η ίδια.

Κύλιση στην κορυφή